Μια ιδιαίτερα χρήσιμη εφαρμογή της διαμεσολάβησης είναι στην καθημερινή ιατρική πραγματικότητα. Οτιδήποτε αφορά την ανθρώπινη ζωή είναι πάντα πολύ σημαντικό και πρέπει να αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη ευαισθησία και σεβασμό.
Οι περιπτώσεις από ιατρικό σφάλμα, όπως μια λανθασμένη διάγνωση, μια λανθασμένη φαρμακευτική αγωγή, κάτι που δεν πήγε καλά κατά τη διάρκεια μιας εγχείρησης, ή κάτι απρόβλεπτο που συνέβη στην παροχή υπηρεσιών εκ μέρους μιας νοσοκομειακής μονάδας ή του ιδιώτη ιατρού, παρατηρούνται όλο και συχνότερα, οι συνέπειές του δε, είναι ένα σοβαρό ζήτημα στον ιατρικό κόσμο και επισύρει όχι μόνο νομικές αλλά και ηθικές και κοινωνικές συνέπειες τόσο για τον επαγγελματία ιατρό, όσο και για τον ασθενή.
Σε αυτή την περίπτωση οι επιλογές που υπάρχουν είναι δύο : η δικαστική οδός και η διαμεσολάβηση.
Αν επιλέξετε το δρόμο των δικαστηρίων, αυτός θα είναι μακρύς και επίπονος και για τις δύο πλευρές .
Μια διαφορά όταν καταλήξει στα δικαστήρια μεγεθύνεται, πολλές φορές μάλιστα αυτό συμβαίνει σκόπιμα. Η ψυχολογική φθορά, η οικονομική εξάντληση μέχρι να «κλείσει» η υπόθεση σε όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, το άγχος για όσα χρόνια θα διαρκούν τα δικαστήρια είναι μια πραγματικότητα και το αποτέλεσμα αβέβαιο. Οι γιατροί και όλοι οι επαγγελματίες υγείας αντιμετωπίζουν επιπλέον ποινικές ευθύνες, αποζημιώσεις, δυσφήμιση της εικόνας τους και της αξιοπιστίας τους.
Αν επιλέξετε το δρόμο της διαμεσολάβησης θα έχετε επιλέξει και ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον αντιμετώπισης της διαφοράς. Η διαμεσολάβηση επιταχύνει θεαματικά το χρόνο επίλυσης του θέματός σας, έτσι ώστε να συνεχίσετε τη ζωή σας ανακουφισμένοι και να επικεντρωθείτε στην εργασία σας.
Με τη διαδικασία της διαμεσολάβησης, ο ειδικά εκπαιδευμένος διαμεσολαβητής δημιουργεί το περιβάλλον για ειρηνική διευθέτηση του προβλήματος με περιθώρια ειλικρινών ομολογιών και συγγνώμης, όπου η ανακούφιση των συναισθημάτων είναι εφικτή, καλλιεργεί συνθήκες για τη συζήτηση εναλλακτικών λύσεων που να αφήνουν και τα δύο μέρη ευχαριστημένα, κάτι που κανείς δικαστής δεν μπορεί να κάνει.
Μόνο μέσα από την διαδικασία της διαμεσολάβησης εξασφαλίζεται η εχεμύθεια και η διακριτικότητα, η αποφυγή της «κακής» δημοσιότητας, η προστασία των προσωπικών δεδομένων και του ιατρού και του ασθενή. Φυσικά για την επιτυχή έκβαση της διαμεσολάβησης είναι σημαντικό ο γιατρός να επιδείξει ενσυναίσθηση για τον ασθενή του και την οικογένειά του και ταυτόχρονα ο ασθενής να μην επιδιώκει μόνο την «τιμωρία» του γιατρού κατακλυσμένος από εκδικητικά συναισθήματα.
Να σημειωθεί ότι η διαμεσολάβηση σε διαφορές αστικής ιατρικής ευθύνης εφαρμόζεται σε περιπτώσεις ιδιώτη ιατρού και όχι ιατρού εργαζόμενου σε Δημόσιο Νοσοκομείο, λόγω της φύσης της υπόθεσης που οφείλει να αφορά διαφορά ιδιωτικού δικαίου και όχι δημοσίου δικαίου.